Στην «πρέσα» της αντλίας: Η ακτινογραφία μιας κοινωνίας σε ενεργειακό αδιέξοδο
Η καθημερινή μετακίνηση, άλλοτε σύμβολο ελευθερίας και επαγγελματικής ευελιξίας, μετατρέπεται σε έναν καθημερινό «πονοκέφαλο» για τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών. Τα αποτελέσματα της πρόσφατης έρευνας για τις αντιλήψεις γύρω από την αύξηση των τιμών στα καύσιμα αποκαλύπτουν μια κοινωνία που βρίσκεται σε κατάσταση άμυνας, εγκλωβισμένη ανάμεσα στην ανάγκη για μετακίνηση και την οικονομική εξάντληση. Με το κόστος ζωής να πιέζει ασφυκτικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, η «ακτινογραφία» των 48 συμμετεχόντων αναδεικνύει όχι μόνο την αλλαγή συνηθειών, αλλά και μια βαθιά δυσπιστία προς τους ελεγκτικούς μηχανισμούς και τη φορολογική πολιτική.

Η κυριαρχία της αμόλυβδης και το βάρος των φόρων
Η έρευνα επιβεβαιώνει την απόλυτη εξάρτηση της ελληνικής κοινωνίας από τα ιδιωτικά οχήματα και συγκεκριμένα από τα συμβατικά καύσιμα. Το 71% των ερωτηθέντων (34 άτομα) δηλώνει πως η «Αμόλυβδη βενζίνη» παραμένει το κύριο καύσιμο για τις μετακινήσεις του, ενώ το «Πετρέλαιο κίνησης (Diesel)» ακολουθεί με ένα ισχνό 10%. Το εντυπωσιακότερο εύρημα, ωστόσο, αφορά την καθολική σχεδόν ομοφωνία γύρω από την αιτία των υψηλών τιμών.
Στην κλίμακα αξιολόγησης για το πόσο ο υψηλός Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) επηρεάζει την τελική τιμή, ο μέσος όρος αγγίζει το 4.23 με άριστα το 5. Η πεποίθηση ότι το κράτος λειτουργεί ως ο βασικός «τροφοδότης» της ακρίβειας είναι διάχυτη. «Η πλήρης κατάργηση των υπερβολικών φόρων είναι απαραίτητη. Το κράτος παίρνει πάρα πολλά από τους σκληρά εργαζόμενους», σημειώνει με αγανάκτηση ένας συμμετέχων, εκφράζοντας το αίσθημα αδικίας που κυριαρχεί.
Η στρατηγική της «αναγκαστικής» αποχής
Οι πολίτες δεν παρακολουθούν παθητικά τις αυξήσεις, αλλά προσαρμόζονται βίαια. Το 25% (12 άτομα) έχει ήδη προχωρήσει στον «Περιορισμό των άσκοπων μετακινήσεων», μια επιλογή που υποδηλώνει μια ποιοτική υποβάθμιση της κοινωνικής ζωής. Η «Εντατική αναζήτηση πρατηρίων με χαμηλότερες τιμές» αποτελεί καθημερινότητα για το 10%, ενώ προκαλεί εντύπωση το χαμηλό ποσοστό στροφής προς τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (6%) ή τα εναλλακτικά μέσα όπως το ποδήλατο (4%).
Η αντίθεση αυτή αναδεικνύει ένα δομικό πρόβλημα: οι πολίτες επιλέγουν να κλειστούν στο σπίτι παρά να χρησιμοποιήσουν τα ΜΜΕ, γεγονός που υπονοεί είτε την ανεπάρκεια των δημόσιων συγκοινωνιών είτε την απόλυτη ανάγκη του αυτοκινήτου για την κάλυψη βασικών υποχρεώσεων που δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν διαφορετικά.
Το «ηλεκτρικό όνειρο» προσκρούει στην οικονομική πραγματικότητα
Παρά την κυβερνητική και ευρωπαϊκή ώθηση προς την πράσινη μετάβαση, τα δεδομένα της έρευνας είναι αποκαρδιωτικά για την αγορά του ηλεκτρικού αυτοκινήτου. Το 60% των ερωτηθέντων (29 άτομα) δηλώνει «Καθόλου πιθανό» να αντικαταστήσει το όχημά του με ένα πιο οικονομικό ή ηλεκτρικό μέσα στον επόμενο χρόνο. Μόλις ένα ισχνό 4% θεωρεί «Πολύ πιθανό» ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Αυτή η τάση αποκαλύπτει ένα βαθύ χάσμα: η οικολογική συνείδηση και η επιθυμία για χαμηλότερο κόστος χρήσης ηττώνται κατά κράτος από την αδυναμία πρόσβασης σε κεφάλαιο για αγορά νέου οχήματος. Η πράσινη μετάβαση μοιάζει, για την ώρα, με «πολυτέλεια» για λίγους.
Μια διχασμένη ανησυχία: Κράτος vs Αισχροκέρδεια
Όταν η συζήτηση έρχεται στα αίτια της ακρίβειας και τις μελλοντικές ανησυχίες, η κοινή γνώμη εμφανίζεται διχοτομημένη. Το 31% δείχνει ως κύριο υπεύθυνο την «κρατική φορολογική πολιτική», ενώ ένα ακριβώς ίσο ποσοστό (31%) εντοπίζει το πρόβλημα στην «αισχροκέρδεια στην εγχώρια αγορά». Οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, αν και σημαντικές, έρχονται τρίτες στις προτεραιότητες των πολιτών (25%).
Αυτός ο διαχωρισμός έχει τεράστια ποιοτική σημασία. Δείχνει ότι οι πολίτες αισθάνονται απροστάτευτοι σε δύο μέτωπα: από τη μία το κράτος που «εισπράττει» και από την άλλη η αγορά που «κερδοσκοπεί» ανεξέλεγκτα. «Χρειάζεται διαφανής έλεγχος της εφοδιαστικής αλυσίδας και μείωση της φορολογίας για να μην πλήττεται η παραγωγικότητα», αναφέρει μια άλλη φωνή στην έρευνα, ζητώντας ουσιαστικά μια ισορροπία ανάμεσα στον έλεγχο και την ελάφρυνση.
Η κραυγή για δικαιότερη παρέμβαση
Το κλείσιμο της έρευνας μέσα από τις ανοιχτές απαντήσεις των συμμετεχόντων λειτουργεί ως μια λίστα απαιτήσεων προς την πολιτεία. Η σύγκλιση επιτυγχάνεται στην ανάγκη για «ορθολογισμό». Οι πολίτες δεν ζητούν απλά επιδόματα, αλλά δομικές αλλαγές. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση για «αυστηρότερο έλεγχο στην αγορά για την πάταξη της αισχροκέρδειας και φορολογικές ελαφρύνσεις για μικρές επιχειρήσεις».
Συμπερασματικά, η έρευνα αναδεικνύει μια κοινωνία σε κόπωση. Η συναίνεση εντοπίζεται στην καταδίκη του υψηλού ΕΦΚ, ενώ ο διχασμός αφορά το αν το πρόβλημα είναι πρωτίστως πολιτικό ή δομικό της αγοράς. Το σίγουρο είναι ότι η «πράσινη στροφή» παραμένει κενό γράμμα όσο το διαθέσιμο εισόδημα δεν επαρκεί ούτε για τα βασικά, με έναν συμμετέχοντα να συνοψίζει την ανάγκη για μια πιο ολιστική προσέγγιση: «Επένδυση σε πράσινες υποδομές αντί για επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων, με παράλληλη προστασία των αδυνάμων».


